Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

Μηδενικη σκεψη

Πολλά έχουν γραφτεί για τον μηδενισμό, κυρίως επειδή για κάθε καλό στη ζωή χρειάζεται και το αντίθετό του, και αυτό είναι παρά η πίστη στο τίποτα: ότι τίποτα δεν αξίζει να πασχίζεις για αυτό, ότι τίποτα δε μπορεί να έχει ένα συγκεκριμένο νόημα, ότι το άτομο και ο κόσμος ολόκληρος δεν υφίστανται. Αναφέρομαι σε αυτό ως μοιρολατρία, επειδή ειλικρινά, αν κάποιος πραγματικά δεν πιστεύει σε τίποτα, ούτε ακόμα και στην ευχαρίστηση του να είσαι ζωντανός, την πιο βασική από όλες τις ευχαριστήσεις, τότε ο θάνατος δεν είναι παρά ένα δώρο και μία απελευθέρωση. Αν η μοίρα σου είναι τόσο τρομερή, αγκάλιασέ την και πέθανε ωραία. Ίσως μπορείς να δείξεις αρκετή αυτοσυγκράτηση ώστε να προλάβεις να ζωστείς μία εκρηκτική συσκευή και, πέφτοντας σε ένα καταναλωτικό όργιο όπως ένα πολυκατάστημα τα Χριστούγεννα, να ανατιναχτείς, ελευθερώνοντας κάποιους άλλους από έναν πιο ανεπαίσθητο μηδενισμό από το δικό μας.

Ο μηδενισμός, σύμφωνα με τη δικιά μου οπτική, είναι η εξάλειψη όλων των αξιών εκτός από αυτές που θα αναφερθώ ως έμφυτες ή εγγενείς και θα αφήσω αυτόν τον όρο για ένα μελλοντικό ορισμό. Όταν οι άνθρωποι σκούζουν για το Σατανά, για τον πόλεμο ενάντια στη τρομοκρατία, ή για τη μεγάλη εκστρατεία για την ισότητα, τότε μπορείς να τους κοιτάξεις στα μάτια και να πεις «όλα αυτά που λέτε δεν έχουν καμία αξία εκτός από αυτές μου εμείς τους επιβάλλουμε». Με τον ίδιο τρόπο, όταν μερικοί σου λένε πόσο σημαντικό είναι να δεις την τελευταία χολιγουντιανή ταινία, να πας στο τάδε πριβέ πάρτι ή να αποκτήσεις το δείνα κυριλέ αμάξι, μπορείς ομοίως να απορρίψεις τις νουθεσίες τους. Ο μηδενισμός είναι η απόρριψη των πάντων παρά των εγγενών.

Είναι μια μεταβατική φιλοσοφία, μία πύλη, κατά τη γνώμη μου, που σημαίνει ότι είναι η πρωταρχική συνειδητοποίηση σε μία πορεία μάθησης. Εν αντίθεση με τις θρησκείες που βασίζονται στην αφοσίωση όπως ο Χριστιανισμός, όπου όλοι αυτοί που απαγγέλλουν έναν όρκο πίστης θεωρούνται ότι έχουν λάβει σοφίας, οι φιλοσοφίες της ζωής που δεν έχουν να κάνουν με παντομίμα ενστερνίζονται «εσωτερικές» απόψεις. Ο εσωτερισμός λέει ότι η σοφία έρχεται σε αυτούς που την αναζητούν, και σε ποικιλία βαθμίδων. Δεν υπάρχει κάτι σαν ένα μαγικό κατώφλι το οποίο αφού κάποιος διαβεί με το σταυρό στο μέτωπό θα θεωρείται πλέον γνώστης. Άπειρη μάθηση και άπειρες παγίδες αντιθέτως παραμονεύουν. Όταν κάποιος ασπάζεται το μηδενισμό έχει κάνει το πρώτο βήμα της μύησής του, με το να αφαιρεί όλες τις εξωτερικά επιβεβλημένες αξίες, ιδιαίτερα από άλλους ανθρώπους. Και εκεί ακριβώς αρχίζει η ανακάλυψη.

Οι περισσότερες φιλοσοφίες του καιρού μας είτε διαφυλάττουν κάποια απόλυτη, παγκόσμια σοφία όπως το «Ένα και Μοναδικό Μονοπάτι προς την αρετή και στη δύναμη», είτε de facto κάνουν το ίδιο πράγμα με το άτομο, αρχίζοντας κάπως σαν «η πραγματικότητα είναι ότι επιθυμείς να είναι». Αυτές δεν είναι τόσο φιλοσοφίες όσο ακραίες προσεγγίσεις στην ερώτηση που αντηχεί στην αιωνιότητα: «τι είναι αληθινό/πραγματικό/σημαντικό?» Ο μηδενισμός προσφέρει μια έξοδο από αυτό το παράδοξο, με το να υποδεικνύει την ίδια την ζωή σαν την απάντηση στο ερώτημα της ζωής: «τι είναι σημαντικό?», το οποίο ερμηνεύεται ως «η ζωή είναι σημαντική» το οποίο μας αφήνει να καταλάβουμε ότι η ζωή είναι μία διαρκής διαδικασία η οποία δε μπορεί να «κβαντιστεί» σε μία αφοσιωτική απάντηση, ούτε σε μία πεπερασμένη τεχνολογική απάντηση όπως «τα λεφτά». Το να έχεις μία ωραία ζωή είναι το να έχεις ομορφιά, αλήθεια και νόημα.

Όμως πώς μπορεί να καθοριστεί η «καλή ζωή?» Αν ψάχνουμε για απολυτότητες, όπως η πιο άνετη ζωή, η περισσότερη δύναμη, η τα πιο πολλά λεφτά και η μεγαλύτερη δημοσιότητα, δεν θα βρούμε τίποτα παρά εξωτερικά καθορισμένες έννοιες οι οποίες δεν αντικατοπτρίζουν κάποια ιδιαίτερη ευχαρίστηση, πέρα από τη ματεριαλιστική ικανοποίηση. Ίσως είναι καλύτερο να συμβουλευτούμε τους αρχαίους και να πούμε ότι μια καλή ζωή είναι η εκπλήρωση του πεπρωμένου είτε η επιστροφή στις εγγενείς ιδιότητες του ατόμου. Ο μηδενισμός επίσης εξαλείφει την έννοια της καλής ζωής σαν κάτι που μπορεί να υφίσταται έξω από το άτομο, αλλά και επίσης αναγνωρίζει την αδυναμία του ίδιου του ατόμου: κανείς από μας δε θα δει ποτέ την «αλήθεια» με την έννοια του τι είναι ορθό σχετικά με τον εξωτερικό κόσμο γύρω μας.

Μία τέτοια άποψη δεν έχει να κάνει με το να υποστηρίζεις ένα ρηχό αντικειμενισμό, όπως αυτόν της Alissa Rosenbaum, (“Ayn Rand” η οποία αντιμετώπισε τον υλισμό ως ένα φιλοσοφικό αντικείμενο σύμφωνα με την παράδοση με την οποία ανατράφηκε: αυτήν του Ιουδαϊσμού, η οποία παρά τον δυϊσμό που χαρακτηρίζει την πίστη της δε βλέπει τίποτα μεταφυσικής ή ιδεώδους αξίας πέρα από την υλιστική ικανοποίηση: δύναμη, πλούτος, κοινωνική θέση. Αυτές οι φιλοσοφίες του «αντικειμενισμού» συνήθως γίνονται μια παρωδία του ίδιου τους του εαυτού, αφού έχουν αντικαταστήσει το νόημα της ζωής με το μέσον του να φτάνεις σε αυτό το νόημα, ουσιαστικά παρακάμπτοντας το ερώτημα της ζωής. Ο αντικειμενισμός του μηδενισμού είναι πιο κοντά στην επιστήμη των αρχαίων θρησκευτικών παραδόσεων των Βεδών: Είμαστε όλοι περιορισμένοι στο ίδιο χώρο, ο οποίος λειτουργεί με σταθερούς και αμετάβλητους κανόνες και ο οποίος επιδρά με προβλέψιμο τρόπο επάνω μας, είτε το παρατηρούμε είτε όχι.

Ένας άλλος τρόπος για να το εξηγήσουμε αυτό είναι με το παράδειγμα δύο ανθρώπων από τους οποίους ο ένας πετάει την μπάλα στον άλλο. Όταν η μπάλα πετιέται, η πορεία που ακολουθεί είναι αντικειμενική άσχετα με το εάν αυτός που πρέπει να την πιάσει έχει τα χέρια του στη σωστή θέση ή όχι. Εάν αυτός που την πετάει κάνει λάθος υπολογισμό στο ρίξιμό του, η μπάλα θα προσγειωθεί μακριά από το συμπαίχτη του, ο οποίος όμως μπορεί να αντισταθμίσει το λάθος έχοντας δει την πορεία της μπάλας, τοιουτοτρόπως πιάνοντάς τη. Η κίνηση μέσω της εξωτερικής πραγματικότητας είναι «αντικειμενική» ενώ οι σκέψεις και οι αντιλήψεις των δύο ατόμων είναι «υποκειμενικές», και τα δύο αυτά πράγματα δε συναντώνται πάντα. Το παιχνίδι αυτό είναι ένας διασκεδαστικός τρόπος για να συντονίζει κάποιος την προσωπική-εσωτερική αίσθηση της πραγματικότητας με την «εξωτερική», η οποία λειτουργεί όπως ακριβώς μία μηχανή, προβλέψιμα δηλαδή αναλόγως με τη δομή της και τους εσωτερικούς μηχανισμούς της.

Ο Μάρκος Αυρήλιος μας δίνει ένα κομμάτι του παζλ.

Το να εμμένεις στην υλικότητα της ζωής ισοδυναμεί με το να εμμένεις στα σημάδια του νοήματος και όχι με το νόημα καθεαυτό. Στο παιχνίδι που περιγράψαμε δεν είναι η ποιότητα της μπάλας ή η αίσθηση που σου δημιουργεί όταν περνάει από δίπλα σου σφυρίζοντας σημαντική, αλλά η ικανότητα να συντονίσεις το χέρι με την μπάλα και την κίνηση αυτού που την πετάει και αυτού που την πιάνει. Ένας μηδενιστής, μυημένος στην αξία της μη-αξίας, ενώ αναγνωρίζει ότι ούτε το αντικειμενικό ούτε το υποκειμενικό είναι ανώτερα το ένα από το άλλο, το να φέρνεις μαζί είναι μία αξία του εσωτερικού κόσμου κάθε ατόμου, ο οποία βελτιώνει την ποιότητα της αλληλεπίδρασης του με την «απόλυτη πραγματικότητα», ή τον φυσικό και πολύ πραγματικό κόσμο που όλοι μοιραζόμαστε. Ομοίως, το να προχωράς βαθιά μέσα στο συμβολισμό ισοδυναμεί με το να δημιουργείς έναν «διττό» κόσμο, στον οποία το σύμβολο είναι πιο σημαντικό από την ίδια τη ζωή, είτε εμμένοντας αποκλειστικά στον υλικό, είτε μόνο στο συμβολικό, είναι λάθος της λογικής (αυτά στο περίπου ανταποκρίνονται στον χριστιανισμό και στον ιουδαϊσμό αντιστοίχως.

Παρ΄ όλα αυτά, αυτός ο τρόπος σκέψης ενστερνίζεται από λίγους, εξ ού και οι ορδές των ατόμων που κριτικάρουν το site αυτό επειδή είναι μηδενιστικό και παρά ταύτα τολμάει να πιστεύει σε οτιδήποτε εκτός από το φαταλισμό και τη μοιρολατρία. Οι πιο μορφωμένοι του τύπου αυτού είναι οι θιασώτες του Russel και του Wittgenstein, οι οποίοι ουσιαστικά είναι τα θύματα της πιο προχωρημένης απάτης (419 scam) στην ιστορία της φιλοσοφίας: έχοντας ειπωθεί ότι η γλώσσα είναι αδύναμη και επομένως σφάλμα, τους ζητείται να επενδύσουν τα πιστεύω τους στον υποκειμενισμό και μέσω αυτού να επιτυγχάνουν την υποκειμενική απόδειξη της αλήθειας της μη-αλήθειας. Η φιλοσοφία του Ζεν προσφέρει μια πιο καλοπροαίρετη άποψη, η οποία είναι αρκετά σοφή ώστε να μη βασίζεται στη γλώσσα αλλά στην ωμή εμπειρία - και μερικές φορές σε ένα χαστούκι από ένα δάσκαλο του Ζεν, για να υπενθυμίσει ότι πραγματικότητα, όντως, είναι αληθινή.

Ο μηδενισμός είναι μία πύλη για να εκτιμήσουμε το εγγενές. Όντας σκεφτόμενες μηχανές απομονωμένες στους εαυτούς μας, είμαστε, ενάντια στη διαίσθησή μας, απομονωμένοι από την πραγματικότητα της ζωής, και το πιο συνηθισμένο λάθος μας είναι να περιμένουμε την μπάλα στο λάθος σημείο, είτε αυτός που ρίχνει, τυφλωμένος από τον ήλιο, να ρίχνει επίσης σε λάθος σημείο. Δεν θα αποτελεί ηθικολογία να δηλώσουμε ότι ο υπολογισμός της πορείας της μπάλας είναι λάθος και στις δύο περιπτώσεις, κυριολεκτικά οι δύο άνθρωποι απατήθηκαν στο να θεωρήσουν τις δικές τους αισθήσεις ανώτερες από την εξωτερική πραγματικότητα, η οποία είναι η δύναμη που είναι υπεύθυνη για το χώρο, το χρόνο και όλες τις φυσικές τάσεις που καθιστούν το παιχνίδι δυνατό να πραγματοποιηθεί. Αυτό είναι το πεδίο του εγγενούς.

Η ίδια η ζωή δεν είναι ορίσιμη, εκτός ίσως αν ελαττώσουμε τις παραμέτρους του ορισμού στο πολύ στενό: Ύπαρξη μπορεί να είναι ένας καλύτερος όρος, αλλά τελικά ακόμα και η ύπαρξη στηρίζεται στους φυσικούς νόμους και την «πραγματικότητα» που υφίσταται εκ των προτέρων σε ένα κατώτερο επίπεδο ακόμα και από τη φυσικότητα: το ότι φυσικοί νόμοι υπάρχουν έτσι ώστε η ύλη να είναι αντιληπτή είτε η ομαλότητα της λογικής να υφίσταται επιβεβαιώνει την ύπαρξη τους. Αυτό που υποστηρίζει ο Αυρήλιος πιο πάνω είναι μια αποδοχή της φύσης της ύπαρξης, αλλά και μία συνειδητοποίηση ότι νόημα δεν υπάρχει πουθενά αλλού εκτός από τον εγκέφαλο μας: είναι μια αφηρημένη ιδέα που βασίζεται στο εγγενές, το οποίο συμπεριλαμβάνει και την ίδια τη ζωή.

Ένας άλλος τρόπος για να το εκφράσουμε αυτό είναι το να πούμε ότι θεωρούμε τη ζωή καλή όταν αντιλαμβανόμαστε ότι η ζωή έχει νόημα, που είναι ένας παράγοντας μιας ζωής που βιώνεται «καλά» εκ των προτέρων. Είναι μία τεράστια λούπα αν προσεγγισθεί γραμμικά, αλλά με φυσικούς όρους, βγάζει νόημα. Το περιβάλλον μας παρέχει την ύπαρξή μας και εμείς είτε προσαρμοζόμαστε σε αυτό είτε γλιστράμε στους προσωπικούς μας φαντασιακούς κόσμους, ενώ όταν είμαστε ικανοί να προσαρμοστούμε σε αυτό αποκτούμε ευχαρίστηση ταυτίζοντας τις δικές μας επιθυμίες με τις δικές του τάσεις - σαν να πιάνουμε την μπάλα που πετιέται από κάποιο άλλο έλλογο ον και μεταφέρεται σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους μέσα από το διάστημα και το χρόνο στα χέρια μας. Αυτή είναι η φύση του εγγενούς, και δεν υπάρχει τίποτα υψηλότερο ή χαμηλότερο από αυτό.

Για να φτάσει κάποιος σε αυτό το στάδιο, από την άλλη, πρέπει πρώτα να περάσει από την καθαρτική τελετουργία του μηδενισμού, σύμφωνα με την οποία όλα τα νοήματα που μας έχουν ειπωθεί από άλλους ή απλώς μας «φαίνονται» σωστά, αφαιρούνται. Το σεξ δεν είναι αυτό που δίνει νόημα στη ζωή, η σχέση μεταξύ των δύο είναι αυτό που το κάνει, αφού η ηδονή είναι πρόσκαιρη και δεν μπορεί από μόνη της να εμποδίσει τον πόνο (όπως ένας οποιοδήποτε σκεφτόμενος χασισοπότης μπορεί να σας πει, ακόμα και η απόλυτη ευτυχία του να είσαι εντελώς μαστουρωμένος χάνει την αξία της στο χρόνο, αφού η κατάσταση δεν αλλάζει . Για να ισοσταθμίσουμε αυτό, όμως, ο συμβολισμός της αγάπης ή της αγνότητας ομοίως δεν είναι αυτός που είναι αληθινός, είναι μια ελλιπής αντίληψη του εγγενούς και όχι το εγγενές καθεαυτό. Μόνο το εγγενές, το έμφυτο έχει σημασία, και ο καθένας από εμάς το βλέπει σε διαφορετικό βαθμό ανάλογα με τις ικανότητες του.

Επιπρόσθετες αναφορές στο εγγενές μπορούν να βρεθούν ξεπερνώντας το δυϊσμό νου/σώματος (mind/body dualism) της ζωής: Οι πιο πολλοί ενστερνίζονται είτε το νου και τις αφηρημένες έννοιες που θεωρούμε αληθινές όπως το «καλό» και το «κακό», είτε το σώμα και τις υλιστικές απολαύσεις τις ζωής σαν τη μεγαλύτερη αξία. Ωστόσο, είναι πιο λογικό να αποφύγουμε μια μηχανιστική προσέγγιση στην ανάλυση της ζωής και να αναγνωρίσουμε ότι αξία του εσώτερου είναι «η αξία του συνόλου και στο εγώ σαν μέρος του συνόλου». Δε μπορούμε να διαχωρίσουμε τους εαυτούς μας από το σύνολο, ούτε να το βλέπουμε σαν κάτι που είναι ανεξάρτητο από εμάς. Μας δημιούργησε και μας εξόπλισε με όλα αυτά που ξέρουμε, και ακόμα και στο μηδενισμό μπορεί να αναγνωρίσει κάποιος μία αντίκρουση του φαταλισμού: Εμείς είμαστε οι συντελεστές του και αυτά που πράττουμε αλλάζουν την πορεία του μέλλοντος, σε διαφορετικό βαθμό ανάλογα με τις ικανότητες μας.

Έτσι φτάνουμε σιγά-σιγά στην πιο ακανθώδη συνειδητοποίηση του μηδενισμού: όχι, αγαπητοί μου, δεν είμαστε όλοι «ίσοι», είτε με κάποια κοσμολογική έννοια είτε στις ικανότητες. Κάποιοι είναι πιο έξυπνοι, κάποιοι είναι πιο δυνατοί, και εφόσον το συνειδητοποιήσουμε αυτό μπορούμε να απομακρύνουμε τη μεγάλη κοινωνική ψευδαίσθηση που εμποδίζει το μηδενισμό. Το πλήθος του κόσμου που δε μπορεί να αντιληφθεί το εγγενές είτε λόγω της αδιαφοροποίητης θέσης τους σε αυτό το αρνούνται, θα μας ήθελαν να σκεφτόμαστε με βάση την «ανώτερη» αξία της ισότητας, όπως για παράδειγμα το να συμμετέχουμε σε μια «αφοσιωτική» αλήθεια όπου το να επαναλάβουμε μερικές λέξεις θα μας εξύψωνε - εξισωτικά - στο επίπεδο της ιερής γνώσης. Η φύση είναι πραγματική, και σ’ αυτή πολλοί γεννιούνται και λίγοι επιβιώνουν: αυτή είναι μια εξασφαλισμένη μέθοδος για να παράγονται ανώτεροι οργανισμοί για κάθε γενιά, το οποίο σημαίνει ότι για αυτούς που θα ζήσουν στο μέλλον, η ζωή θα είναι καλύτερη από αυτή του παρελθόντος.

Ο μηδενισμός είναι μία πύλη, και δεν είναι σοφό να συνοψιστεί σε μια καλοφτιαγμένη εργασία που κάποιος μπορεί να διαβάσει στο Internet κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού του, χωρίς αμφιβολία πριν επανέλθει σε ένα σπουδαίο δουλειά όπως το στέλνει φαξ, να κάνει ομιλίες ή να καθαρίζει τουαλέτες. Η φιλοσοφία για όσους ασχολούνται με την εγκυρότητά της είναι ένα εσωτερικό εγχείρημα, το οποίο αυτό-αποκαλύπτεται μόνο του δια της εμπειρίας, και οποιοδήποτε προσπάθεια για να συντομευτεί αυτή η πορεία είναι ισοπεδωτική και επομένως παραίσθηση. Αλλά για αυτούς για τους οποίους το νόημα της ζωής είναι ακόμα ωχρό και άμορφο, μία πρόσκληση για μία πύλη εσωκλείεται σε αυτό το δοκίμιο: μη πιστεύετε σε τίποτα, έτσι ώστε να βρείτε αυτό που έχει πραγματική σημασία.

Η επαναστατική ευχαρίστηση του να σκέφτεσαι για τον εαυτό σου

Κάθε σύστημα ιδεών που περιέχει σαν κεντρική ιδέα μία αφαίρεση - μία αφαίρεση που σου αναθέτει ρόλους ή καθήκοντα - είναι μία ιδεολογία. Μία ιδεολογία εφοδιάζει αυτούς που την δέχονται με μία ψευδή συνείδηση, ένα αναγκαίο συστατικό της οποίας είναι η έτερο-κατεύθυνση. Αυτό οδηγεί όσους αποδέχονται την ιδεολογία να συμπεριφέρονται σαν «αντικείμενα» περισσότερο παρά σαν «υποκείμενα», να επιτρέπουν στους εαυτούς τους να χρησιμοποιούνται αντί να δρουν για να πετύχουν τις δικές τους επιθυμίες. Οι διάφορες ιδεολογίες είναι όλες δομημένες γύρω από διαφορετικές αφαιρέσεις, όλες όμως προωθούν τα συμφέροντα μίας κυρίαρχης (ή φιλόδοξα κυρίαρχης) τάξης, με το να δίνει στα άτομα (αν και ο όρος είναι μάλλον ακατάλληλος - «μέλη της αγέλης» είναι πιο ακριβής όρος) μια αίσθηση σκοπού στην θυσία, την δυστυχία και την υποταγή.

Η θρησκευτική ιδεολογία είναι το παλιότερο παράδειγμα: η φαντασιακή προβολή που ονομάζεται «Θεός» είναι η Ανώτατη Ύπαρξη στο σύμπαν, συμπεριφερόμενος σε κάθε ανθρώπινο ον σαν αντικείμενο Του.

Στις «επιστημονικές» και «δημοκρατικές» ιδεολογίες της «ελεύθερης αγοράς» το επενδεδυμένο κεφάλαιο είναι το «παραγωγικό» υποκείμενο που κατευθύνει την παγκόσμια ιστορία - το «αόρατο χέρι» που οδηγεί την ανθρώπινη ανάπτυξη. Προκειμένου να ευημερήσουν, οι πρώιμοι καπιταλιστές έπρεπε να επιτεθούν και να εξασθενήσουν την δύναμη που η θρησκευτική ιδεολογία κάποτε είχε. Αποκάλυψαν την μυθοποίηση του θρησκευτικού κόσμου και την αντικατέστησαν με την μυθοποίηση του τεχνολογικού και εμπορευματικού καπιταλισμού, όπου το Κέρδος γίνεται η Ανώτατη Ύπαρξη του σύμπαντος.

Οι 57 ποικιλίες του λενινισμού είναι οι «επαναστατικές» ιδεολογίες στις οποίες το Κόμμα είναι ο δίκαιος άρχοντας που δικαιωματικά κατευθύνει την παγκόσμια ιστορία με το να καθοδηγεί τα αντικείμενα του - εσένα, τον προλετάριο - στην υποσχόμενη γη της επαγγελίας μέσω της αντικατάστασης του εταιρικού - καπιταλιστικού μηχανισμού της «ελεύθερης αγοράς» με ένα κρατικό - καπιταλιστικό λενινιστικό μηχανισμό.

Οι πολλές άλλες ποικιλίες των κυρίαρχων ιδεολογιών απαντώνται καθημερινά. Οι νέες μορφές του θρησκευτικού μυστικισμού βοηθούν στην διατήρηση του «status quo» με ένα τρόπο κυκλικό. Προσφέρουν ένα φτηνό και καθαρό τρόπο συσκότισης του κενού της καθημερινής ζωής, και όπως και τα ναρκωτικά, κάνουν ευκολότερο το να ζεις, ή μάλλον να επιβιώνεις, με αυτό το κενό - εμποδίζοντας μας έτσι να αναγνωρίσουμε τους πραγματικούς μας ρόλους στην λειτουργία του κοινωνικο - οικονομικού συστήματος.

Όλες αυτές οι ιδεολογίες διαφέρουν στις συγκεκριμένες θυσίες που απαιτούν από εσένα, το αντικείμενο, αλλά όλες είναι δομημένες με τον ίδιο τρόπο. Όλες απαιτούν μία αντιστροφή αντικειμένου - υποκειμένου. πράγματα και αφαιρέσεις αναλαμβάνουν τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά της δύναμης και της θέλησης, καθώς τα ανθρώπινα όντα γίνονται αντικείμενα, εργαλεία για χρήση στην υπηρεσία αυτών των αφαιρέσεων (Θεός, η δικτατορία του προλεταριάτου, η πατρογονική γη κλπ κλπ). Η ιδεολογία είναι η προσωπική θεωρία από την ανάποδη. Πρεσβεύει την αποδοχή του διαχωρισμού των περιορισμένων καθημερινών ζωών μας από ένα κόσμο που φαίνεται να βρίσκεται πέρα από τον έλεγχο μας. Η ιδεολογία μας προσφέρει μόνο μία σχέση ηδονοβλεψία με την ζωή του κόσμου.

Όλες οι ιδεολογίες που βασίζονται στην αφαίρεση απαιτούν καθήκον, θυσία για τον σκοπό. και κάθε τέτοια ιδεολογία χρειάζεται για να προστατεύει την κυρίαρχη κοινωνική τάξη. Οι αρχές των οποίων η δύναμη βασίζεται στην υπακοή, απαραίτητα μας αρνούνται την υποκειμενικότητα μας, την συνειδητή μας θέληση να δρούμε για τις δικές ας επιθυμίες. Αυτή η άρνηση σερβίρεται με την μορφή απαιτήσεων για το «κοινό καλό», το «εθνικό συμφέρον», την «πολεμική προσπάθεια», την «επανάσταση» ...

Ξεφορτωνόμαστε τις παρωπίδες της ιδεολογίας με το να ρωτούμε συνεχώς τον εαυτό μας: πως αισθάνομαι; Πως είναι η ζωή μου; Τι θέλω; Παίρνω αυτό που θέλω; Αν όχι, γιατί όχι; Αυτό είναι η συναίσθηση του «κοινού τόπου», είναι η συνείδηση της καθημερινής ρουτίνας. Το ότι η πραγματική ζωή υπάρχει - ζωή στην οποία είσαι ενεργός, ένα υποκείμενο που δρα για να πραγματώσει τις επιθυμίες του - είναι ένα κοινό μυστικό που γίνεται λιγότερο μυστικό κάθε μέρα, καθώς η κατάρρευση μιας καθημερινής ζωής δομημένης πάνω σε ιδεολογίες που στηρίζονται στο αφηρημένο γίνεται όλο και πιο προφανής.

Η δημιουργία της προσωπικής θεωρίας βασίζεται στην προσωπική σκέψη, στην πλήρη συνείδηση των επιθυμιών σου και της ισχύος (αυθεντικότητα : validity) αυτών των επιθυμιών. Η αυθεντική «ανύψωση συνειδήσεων» μπορεί να σημαίνει μόνο την «ανύψωση» της ανθρώπινης σκέψης στο επίπεδο της θετικής (χωρίς ενοχές) αυτογνωσίας, ελεύθερης από οποιαδήποτε μορφή επιβαλλόμενης ηθικής. Αυτή η μορφή συνείδησης μπορεί να ονομαστεί «ριζοσπαστική υποκειμενικότητα».

Αντίστροφα, αυτό που πολλοί αριστεριστές, θεραπευτές (therapy mongers), εκπαιδευτές ενάντια στο ρατσισμό (racicm awareness trainers) και sisterizers αποκαλούν «ανύψωση της συνείδησης» αφορά την πρακτική της βίαιης κατεύθυνσης των ανθρώπων στην αναισθησία (unconsiousness) με ενοχοποιητικά ιδεολογικά κλομπ.

Το μονοπάτι από την αυτο - άρνηση στην αυτο - αποδοχή περνάει από το σημείο μηδέν, την πρωτεύουσα του μηδενισμού. Αυτό είναι το ανεμοδαρμένο, ακίνητο σημείο στον κοινωνικό χώρο και χρόνο, το κοινωνικό αέναο(limbo) οποίο κάποιος αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει καμία πραγματική ζωή στην καθημερινή του ύπαρξη. Ένας μηδενιστής γνωρίζει την διαφορά ανάμεσα στο να επιβιώνεις και στο να ζεις.

Οι μηδενιστές αντιστρέφουν την οπτική τους για τη ζωή τους και τον κόσμο. Τίποτα δεν είναι αληθινό γι' αυτούς εκτός από τις επιθυμίες τους, τη θέληση τους να ζήσουν. Απορρίπτουν κάθε ιδεολογία, μέσα στο μίσος τους για τις μίζερες κοινωνικές σχέσεις στην σύγχρονη κοινωνία. Απ' αυτή την ανεστραμμένη (αντεστραμμένη) οπτική βλέπουν καθαρά τον αναποδογυρισμένο κόσμο του εμπορευματικού καπιταλισμού, στον οποίο αντικείμενο και υποκείμενο αντιστρέφονται, ενώ άνθρωποι και αφηρημένες έννοιες μετατρέπονται σε «πράγματα», προϊόντα προς πώληση. Βλέπουν την καθημερινή ζωή σαν ένα θεατρικό τοπίο στο οποίο «ο καθένας έχει την τιμή του», ο θεός (μέσω του τηλε - ευαγγελισμού) και η ευτυχία (χάπια έκσταση) γίνονται προϊόντα, οι ραδιοσταθμοί λένε ότι σε αγαπούν, και τα καθαριστικά συμπονούν τα χέρια σου.

Καθημερινές συζητήσεις προσφέρουν ηρεμιστικά όπως «δεν μπορείς πάντα να έχεις αυτό που θέλεις», «η ζωή έχει τις χαρές και τις λύπες της», και άλλα κλισέ της δογματικής (σεκταριστικής) θρησκείας της επιβίωσης. Η «κοινή λογική» είναι απλώς ο παραλογισμός της κοινής αποξένωσης. Οι καθημερινοί άνθρωποι στερούνται (αλλά και αρνούνται στους εαυτούς τους) μια αυθεντική ζωή και αγοράζουν την αναπαράσταση μιας τέτοιας ζωής.

Οι μηδενιστές συνεχώς νοιώθουν την ανάγκη να καταστρέψουν το σύστημα που τους καταστρέφει. Δεν μπορούν να συνεχίσουν να ζουν έτσι όπως είναι. Σύντομα, οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να επινοήσουν ένα συμπαγές σύνολο τακτικών προκειμένου να μεταμορφώσούν τον κόσμο.

Αν όμως ένας μηδενιστής δεν αναγνωρίσει την πιθανότητα μεταμόρφωσης του κόσμου, η υποκειμενική οργή του θα κατασταλάξει σ' ένα ρόλο: αυτοκτονία, ο μοναχικός δολοφόνος, ο βάνδαλος των δρόμων, ο νεο - ντανταϊστής, ο επαγγελματίας ψυχασθενής... όλοι να αναζητούν παρηγοριά για μια ζωή νεκρού χρόνου.

Το λάθος των μηδενιστών είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν άλλοι μηδενιστές με τους οποίους μπορούν να συνεργαστούν. Συνεπώς υποθέτουν ότι η συμμετοχή σε μια συλλογική προσπάθεια αυτογνωσίας είναι αδύνατη.

Αυτή η προσπάθεια συλλογικής αυτογνωσίας, η αλλαγή της ίδιας της ζωής μέσα από τον μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων μπορεί ορθά να ονομαστεί «πολιτική». Ο όρος βέβαια σημαίνει επίσης μία μυθοποιημένη ξεχωριστή κατηγορία της ανθρώπινης ζωής, μια απομονωμένη ενασχόληση με τους δικούς της ειδικούς (πολιτικοί, πολιτικοί σύμβουλοι κτλ). Είναι πιθανόν (ή όχι) να ενδιαφέρεται κανείς γι' αυτό το είδος πολιτικής όπως είναι πιθανό να ενδιαφέρεται (ή όχι) για το ποδόσφαιρο, τη συλλογή γραμματοσήμων, τη μουσική ή τη μόδα. Αυτό που οι άνθρωποι αναγνωρίζουν σήμερα ως πολιτική είναι η κοινωνική παραποίηση της προσπάθειας για μια συλλογική αυτοπραγμάτωση. αυτό που έχει απομείνει είναι ένα θέαμα, και μια παρωδία. Και αυτό εξυπηρετεί απόλυτα τους έχοντες την εξουσία.

Η αυθεντική συλλογική αυτοπραγμάτωση είναι το επαναστατικό πρόγραμμα (project). Είναι ο συλλογικός μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων και του φυσικού κόσμου σύμφωνα με τις επιθυμίες όλων όσων συμμετέχουν.

Κατά τον ίδιο τρόπο ο όρος «θεραπεία» σήμερα συνήθως αναφέρεται σε απόπειρες «βοήθειας» στα άτομα ώστε να «προσαρμοστούν» στους περιοριστικούς κοινωνικούς τους ρόλους και στην κοινοτυπία της καθημερινής ζωής. Η αυθεντική θεραπεία περιλαμβάνει το ν' αλλάζεις τη ζωή σου αλλάζοντας τη φύση της κοινωνικής ζωής. Η θεραπεία πρέπει να είναι κοινωνική αν θέλει να έχει κάποιο αποτέλεσμα. Η κοινωνική θεραπεία (η θεραπεία της κοινωνίας) και η προσωπική θεραπεία (η θεραπεία του ατόμου) είναι άρρηκτα συνδεδεμένες: η μία απαιτεί την άλλη, η καθεμία είναι απαραίτητο κομμάτι της άλλης.

Για παράδειγμα η σημερινή κοινωνία περιμένει από εμάς να καταπιέσουμε τα πραγματικά συναισθήματα και να παίξουμε ένα ρόλο. Αυτό ονομάζεται «κοινωνική συμμετοχή» (πόσο αποκαλυπτικός χαρακτηρισμός). Τα άτομα ενδύονται την «αρματωσιά του χαρακτήρα» -κάτι σαν μεταλλικό κουστούμι που αποτελείται από την εκτέλεση του ρόλου, την προσποίηση και την απόκρυψη των προσωπικών επιθυμιών, ως άμυνα απέναντι στα άλλα άτομα.

Ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων και το ξεπέρασμα του παιχνιδιού των ρόλων απαιτεί την συνειδητή απόφαση των περισσοτέρων, αν όχι όλων, των ατόμων να αποτινάξουν αυτούς τους ρόλους και αληθινά να επικοινωνήσουν. γι' αυτό η απαλλαγή από τους προσωπικούς ρόλους συνδέεται άμεσα με το τέλος του κοινωνικού ρόλου.

Η ενεργητική κριτική σκέψη σημαίνει να τοποθετήσεις την ζωή σου - όπως είναι τώρα και όπως θα ήθελες να είναι - στο κέντρο της σκέψης σου. Αυτός ο θετικός εγωκεντρισμός επιτυγχάνεται με μία συνεχή επίθεση σε εξωτερικές επιρροές, σε πλαστά θέματα («υποστηρίξτε τα στρατεύματα μας»), πλαστές συγκρούσεις (π.χ. αυτές που πηγάζουν από έννοιες τύπου φυλετικής «ανωτερότητας»), πλαστές ταυτότητες («Αμερικάνος», «πατριώτης», «καθολικός», «λευκός χριστιανός»), πλαστές διχοτομήσεις («οικονομική επιβίωση» εναντίον «ενός καθαρού περιβάλλοντος») οι οποίες διαπερνούν την κοινωνική ζωή.

Οι άνθρωποι εμποδίζονται στην ανάλυση της βασικής φύσης, της ολότητας της καθημερινής ζωής, από την εστίαση των Μ.Μ.Ε. -συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτικών ερευνών και των σφυγμομετρήσεων της κοινής γνώμης - σε απλές λεπτομέρειες: θεαματικές ασημαντότητες, ψεύτικες διαμάχες και γελοία σκάνδαλα. Είστε υπέρ ή κατά των συνδικαλιστικών σωματείων, των πυραύλων Κρουζ, των ταυτοτήτων; Ποιά η γνώμη σας για τα μαλακά ναρκωτικά, το τζόγκιγκ, τα UFO, την σταδιακή φορολόγηση, την τελευταία εγχείριση μύτης του Μάϊκλ Τζάκσον, τις σεξουαλικές σχέσεις της βασιλικής οικογένειας;

Πρόκειται για παρακάμψεις, πλαστά θέματα. Το μόνο ζήτημα για μας είναι το πως ζούμε. Ένα παλιό εβραϊκό γνωμικό λέει: «αν έχεις μόνο δύο επιλογές, διάλεξε την τρίτη». Παρακινεί τους ανθρώπους να ψάξουν για νέες προοπτικές. Μπορούμε να διακρίνουμε την κατασκευή πλαστών διχοτομιών ψάχνοντας γι' αυτή την τρίτη επιλογή.

Η συναίσθηση της τρίτης επιλογής επιτρέπει την άρνηση της επιλογής ανάμεσα σε δύο υποτιθέμενα αντίθετες αλλά όμοια αποκρουστικές πιθανότητες οι οποίες παρουσιάζονται σε μας ως οι μόνες πιθανές επιλογές. Στην απλούστερη μορφή της η συνείδηση της «τρίτης επιλογής» εκφράζεται από τον άνθρωπο που δικάζεται για ένοπλη ληστεία και ερωτάται: «δηλώνεις ένοχος ή αθώος;». «Είμαι πεινασμένος και άνεργος» απαντά. Μιά πιο θεωρητική, αλλά το ίδιο κλασσική απεικόνιση αυτής της συνείδησης είναι η άρνηση να επιλέξεις ανάμεσα στην εταιρική καπιταλιστική άρχουσα τάξη της δύσης και στην κρατική καπιταλιστική άρχουσα τάξη αυτού που απέμεινε από το ανατολικό μπλοκ. Το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε είναι να κοιτάξουμε τις βασικές κοινωνικές σχέσεις παραγωγής στις Η.Π.Α. και την Ευρώπη από την μιά, και από την άλλη την Κίνα, τη Β. Κορέα, την Κούβα, ώστε να διακρίνουμε πως ουσιαστικά είναι ίδιες: εκεί, όπως και εδώ, η μεγάλη πλειοψηφία δουλεύει για ένα μεροκάματο ή ένα μισθό, με αντάλλαγμα τον έλεγχο πάνω στην εργασία τους, έλεγχο στο τι παράγουν και πως το παράγουν. Βέβαια, αυτό που οι άνθρωποι παράγουν τόσο σε ανατολή όσο και σε δύση ξαναπωλείται σε αυτούς με τη μορφή εμπορεύματος.

Στη δύση η υπεραξία ή η αξία που παράγεται πέρα και πάνω από την αξία των εργατικών μισθών, είναι ιδιοκτησία της διοίκησης της επιχείρησης και των μετόχων, οι οποίοι συντηρούν το θέαμα του εσωτερικού ανταγωνισμού. Στην ανατολή η υπεραξία αποτελεί ιδιοκτησία της κρατικής γραφειοκρατίας, η οποία δεν επιτρέπει τον εσωτερικό ανταγωνισμό. Μεγάλη διαφορά.

Όπως τα πλαστά ζητήματα και οι ψεύτικες συγκρούσεις που προαναφέρθηκαν, οι πλαστές ερωτήσεις χρησιμοποιούνται ώστε να μας αποσπάσουν από τη ζωή του σήμερα, από το να βλέπουμε την ολότητα της ύπαρξης. Ένα παράδειγμα είναι η ανόητη ερώτηση που συνήθως τίθεται για να αρχίσει μια συζήτηση: «Ποιά είναι η δική σου φιλοσοφία για τη ζωή;». Σου θέτει μια αφηρημένη έννοια της «ζωής» η οποία δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική ζωή, γιατί ακριβώς αγνοεί ότι το «βίωμα» είναι ότι ακριβώς κάνουμε στην παρούσα στιγμή, και η «φιλοσοφία» μας απέναντι στη ζωή αποκαλύπτεται ξεκάθαρα από τις πράξεις μας.

Οι πλαστές ταυτότητες είναι ίσως η πιο δραστική μορφή μυθοποίησης. Καθώς απουσιάζει η πραγματική κοινότητα, οι άνθρωποι προσκολλώνται σε κάθε είδους κίβδηλες κοινωνικές ταυτότητες, ατενίζουν και αναλαμβάνουν μία τεράστια γκάμα ρόλων που παρουσιάζονται σ' αυτούς στο σχολείο, την εκκλησία και ιδιαίτερα στα ψυχαγωγικά Μ.Μ.Ε.. Αυτές οι κοινωνικές ταυτότητες μπορεί να είναι εθνικές (Αμερικανός, Ιταλός), τοπικιστικές (Νεοϋορκέζος), εθνικιστικές (πατριώτης), σεξουαλικές (γκέϊ), πολιτισμικές (οπαδός του ΠΑΟ, ροκάς), και ούτω καθ' εξής, αλλά όλες προέρχονται από μια κοινή επιθυμία για σύνδεση, για την αίσθηση του ανήκειν.

Φανερά το να αισθάνεσαι «μαύρος» είναι μια πιο πραγματική ταυτότητα από το να είσαι «οπαδός του Π.Α.Ο.», αλλά πέρα από ένα σημείο μια τέτοια ταυτότητα εξυπηρετεί την απόκρυψη της πραγματικής θέσης κάποιου μέσα στην κοινωνία. για ν΄ αναγνωρίσεις την πραγματική θέση πρέπει να αρνηθείς τις πλαστές ταυτότητες, πλαστές συγκρούσεις και πλαστές διχοτομίες και ν' αρχίσεις τοποθετώντας τον εαυτό σου στο κέντρο. Από εκεί μπορείς να εξετάσεις την υλική βάση της ζωής σου, ξεγυμνωμένη από κάθε μυθοποίηση.

Ένα παράδειγμα: έστω ότι θέλεις ένα ποτήρι καφέ από το μηχάνημα όταν είσαι στη δουλειά. Πρώτα υπάρχει ένα ποτήρι καφές. αυτό εμπλέκει τους εργάτες στην φυτεία καφέ, αυτούς στη φυτεία ζάχαρης και στη διύλιση, αυτούς στο χαρτεργοστάσιο κ.ο.κ. Μετά είναι οι εργάτες που κατασκεύασαν τα ξεχωριστά κομμάτια της μηχανής και αυτοί που τα συναρμολόγησαν. Μετά αυτοί που εξόρυξαν το σίδερο και το βωξίτη, σμίλεψαν το ατσάλι και δούλεψαν για την ηλεκτρική παροχή που θέτει σε λειτουργία το μηχάνημα. Μετά όλους τους εργάτες που μετέφεραν τον καφέ, τα κύπελλα και την μηχανή. Μετά τους υπαλλήλους, τους γραμματείς και τους εργαζόμενους στην επικοινωνία που συντόνισαν την παραγωγή και την μεταφορά. Τέλος έχεις όλους τους εργάτες που παρήγαγαν κάθε άλλο είδος απαραίτητο για να επιβιώσουν οι άλλοι. Αυτοί οι συνειρμοί σου δίνουν την άμεση υλική σχέση σου με εκατομμύρια ανθρώπων, στην πραγματικότητα με την αχανή πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτοί παράγουν την ζωή σου και εσύ βοηθάς ώστε να παραχθεί η δική τους. Σ' αυτή την οπτική όλες οι κατασκευασμένες συλλογικές ταυτότητες και τα συμφέροντα των ομάδων φαντάζουν ασήμαντα. Φαντάσου τον πιθανό εμπλουτισμό της ζωής τους η οποία προς το παρόν είναι κλειδωμένη στην διαταραγμένη δημιουργικότητα εκατομμυρίων εργατών, συγκρατημένη από τις απαρχαιωμένες και εξαντλητικές μεθόδους παραγωγής, καταπνιγμένη από την απουσία ελέγχου πάνω στην ίδια τους την παραγωγικότητα, δεμένη στον παράλογο ορθολογισμό της συσσώρευσης κεφαλαίου που στρέφει τον ένα ενάντια στον άλλο και καθιστά την ζωή ένα τρελό αγώνα για οικονομική επιβίωση. Εδώ αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε μια πραγματική κοινωνική ταυτότητα - στους ανθρώπους που αγωνίζονται για να επανακτήσουν τον έλεγχο της ζωής τους, εκεί βρίσκουμε τον εαυτό μας.

Αυτοί που έχουν νομιμοποιημένο από το πολιτικό και οικονομικό status συμφέρον συνεχώς μας παρουσιάζουν πλαστές επιλογές, επιλογές δηλαδή μέσα από τις οποίες μπορούν να διατηρήσουν την εξουσία τους (ψήφισε δημοκρατικούς, ψήφισε ρεπουμπλικάνους - πάντως ψήφισε). Συνεχώς μας ζητούν να επιλέξουμε μια πλευρά σε ψεύτικες συγκρούσεις. Κυβερνήσεις, εταιρείες, πολιτικά κόμματα και προπαγανδιστές κάθε είδους μας παρουσιάζουν επιλογές που δεν είναι αληθινές επιλογές. Μας δίνεται η ψευδαίσθηση της επιλογής, όσο όμως οι έχοντες την εξουσία ελέγχουν το ποιές θα είναι αυτές οι επιλογές («επιλογές» τις οποίες αντιλαμβανόμαστε ως τις μόνες εναλλακτικές), θα ελέγχουν επίσης και το αποτέλεσμα των «αποφάσεων» μας.

Οι νεοηθικολόγοι αρέσκονται στο να λένε σε όσους από εμάς ζούμε στη δύση το πως πρέπει να «κάνουμε θυσίες», πως «εκμεταλλευόμαστε» τα πεινασμένα παιδιά του τρίτου κόσμου. Η επιλογή που μας δίνεται είναι ανάμεσα σ' ένα θυσιαστικό αλτρουισμό ή σ' ένα στενό ατομισμό (οι φιλανθρωπικοί οργανισμοί εξαργυρώνουν την ενοχή που προέρχεται απ' αυτούς τους συλλογισμούς). Ναι, ζώντας στην πλούσια, σπάταλη δύση πράγματι εκμεταλλευόμαστε τους φτωχούς του τρίτου κόσμου - αλλά όχι προσωπικά, όχι εσκεμμένα. Μπορούμε να κάνουμε κάποιες αλλαγές στη ζωή μας, μποϋκοτάζ, θυσίες, αλλά το αποτέλεσμα είναι οριακό. Κατανοούμε την πλαστή σύγκρουση που μας παρουσιάζεται όταν διαπιστώσουμε ότι κάτω από το παγκόσμιο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα εμείς ως άτομα βρισκόμαστε κλειδωμένοι στο ρόλο του «εκμεταλλευτή» ακριβώς όπως οι άλλοι είναι κλειδωμένοι στο ρόλο του «εκμεταλλευόμενου». Έχουμε ένα ρόλο και πολύ μικρή δύναμη να τον αλλάξουμε, τουλάχιστον ατομικά. Γι' αυτό το λόγο απορρίπτουμε την πλαστή επιλογή ανάμεσα στο «θυσία ή εγωισμός», με το να ζητούμε την καταστροφή του παγκόσμιου κοινωνικού συστήματος του οποίου η ύπαρξη μας επιβάλλει αυτή την επιλογή. Ψευτοδιορθώνοντας το σύστημα, ή προσφέροντας συμβολικές θυσίες, ή ζητώντας «λιγότερο εγωισμό» απλά δεν κάνουμε τίποτα. Οι φιλανθρωπίες και οι αναμορφωτές δεν πηγαίνουν ποτέ πέρα από τις πλαστές επιλογές τύπου «θυσία ή εγωισμός» - αλλά αν είναι να επέλθει μια αληθινή κοινωνική πρόοδος πρέπει όλοι εμείς να πάμε πέρα απ' αυτές.

Αυτοί που έχουν την εξουσία συνεχώς χρησιμοποιούν τέτοιες παραποιήσεις για να μας αποπροσανατολίσουν και να μας αποδυναμώσουν. Διαδίδοντας μύθους όπως «αν όλοι μοιράσουμε τα πάντα δεν θα υπάρχουν αρκετά για όλους» προσπαθούν να αρνηθούν την ύπαρξη κάθε αληθινής επιλογής και να κρύψουν από εμάς το γεγονός ότι οι υλικές προϋποθέσεις για την κοινωνική επανάσταση ήδη υπάρχουν.


Κάθε διαδρομή προς την απομυθοποίηση του εαυτού μας πρέπει να αποφύγει το δίδυμο τέλμα της απολυταρχίας και του κυνισμού.

Η απολυταρχία εκφράζει την ολοκληρωτική αποδοχή ή άρνηση του συνόλου των συστατικών συγκεκριμένων ιδεολογιών, ή τελικά κάθε συνόλου ιδεών ή εννοιών. Ένας οπαδός της απολυταρχίας δεν μπορεί να διακρίνει καμιά άλλη επιλογή εκτός από την πλήρη αποδοχή ή άρνηση. Βλέπει τα πράγματα καθαρά σαν σωστό ή λάθος. Περιπλανιέται ανάμεσα στα ράφια του ιδεολογικού σούπερμάρκετ ψάχνοντας για το ιδανικό εμπόρευμα, και το αγοράζει έτοιμο, κονσέρβα. Αλλά το ιδεολογικό σουπερμάρκετ - όπως κάθε σουπερμάρκετ - είναι χρήσιμο μόνο για πλιάτσικο. Είναι πιο πρακτικό για μας να μετακινούμαστε ανάμεσα στα ράφια, να σκίζουμε τα πακέτα, να παίρνουμε ότι δείχνει αυθεντικό και χρήσιμο και να πετάμε τα υπόλοιπα.

Ο κυνισμός αποτελεί αντίδραση σ' ένα κόσμο που κυριαρχείται από την ιδεολογία και την «ηθικότητα». Αντιμέτωπος με αλληλοσυγκρουόμενες ιδεολογίες, ο κυνικός λέει «χολέρα και στα δυό σας τα σπίτια να πέσει». Ο κυνικός είναι τόσο καταναλωτής όσο και ο απολυταρχικός, αλλά επίσης έχει εγκαταλείψει την σκέψη ότι υπάρχει ελπίδα να βρεθεί το ιδανικό εμπόρευμα.

Η διαδικασία της συνθετικής σκέψης είναι μια συνεχιζόμενη διαδικασία πρόσθεσης και τροποποίησης του τρέχοντος σώματος της προσωπικής θεωρίας καθώς και της επίλυσης των αντιθέσεων ανάμεσα στις νέες σκέψεις και τις αντιλήψεις των προηγούμενων πεποιθήσεων. Η τελική σύνθεση είναι κάτι περισσότερο από το σύνολο των μερών της.

Η συνθετική αυτή μέθοδος κατασκευής μιας θεωρίας είναι αντίθετη της εκλεκτικής μεθόδου στην οποία κάποιος συλλέγει σε μια κουρελιασμένη τσάντα τα αγαπημένα του κομματάκια από τις αγαπημένες του ιδεολογίες χωρίς ποτέ ν' αντιμετωπίζει τις επακόλουθες αντιθέσεις. Σύγχρονα παραδείγματα περιλαμβάνουν τον «αναρχό - καπιταλισμό», «χριστιανό - μαρξισμό», και τον φιλελευθερισμό γενικώς.

Εάν έχουμε διαρκώς συνείδηση του πως θέλουμε να ζούμε, μπορούμε κριτικά να οικειοποιηθούμε στοιχεία από οτιδήποτε: ιδεολογίες, πολιτισμικές κριτικές, τεχνοκράτες, κοινωνιολογικές μελέτες, ακόμα και μυστικισμό (αν και τα ενδιαφέροντα στοιχεία πιθανώς να είναι λίγα). Όλα τα σκουπίδια του παλιού κόσμου μπορούν να ελεγχθούν για χρήσιμα υλικά από αυτούς επιθυμούν να τον ξαναφτιάξουν.

Η φύση της σύγχρονης κοινωνίας, ενωμένης παγκόσμια μέσω του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος της, καθιστά αναγκαία μια προσωπική θεωρία η οποία να ασκεί κριτική σε κάθε υπαρκτή μορφή κοινωνικο - οικονομικής κυριαρχίας (τόσο στον εταιρικό καπιταλισμό του «ελεύθερου» κόσμου όσο και στον κρατικό καπιταλισμό του σύγχρονου κόσμου) όπως και σε κάθε μορφή αποξένωσης (σεξουαλική πείνα, καταναγκαστική συμμετοχή στην κούρσα των ποντικών για την επιβίωση κλπ). Μ' άλλα λόγια χρειαζόμαστε μια κριτική στο σύνολο της καθημερινής ύπαρξης από την οπτική της ολότητας των επιθυμιών μας.

Αντίθετοι σ' αυτό το πρόγραμμα είναι όλοι οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες, παπάδες και γκουρού, πολεοδόμοι και αστυνομικοί, αναμορφωτές και λενινιστές, κεντρικές επιτροπές και λογοκριτές, μάνατζερ εταιρειών και καραγκιόζηδες των συνδικάτων, άρρενες υπερ-αρσενικοί και ιδεόπληκτες φεμινίστριες, ιδιοκτήτες γης και οικο-καπιταλιστές, οι οποίοι εργάζονται για να υποτάξουν τις ατομικές μας επιθυμίες σ' αυτή την χυδαία αφαίρεση: «το κοινό καλό» του οποίου αυτοί είναι οι υποτιθέμενοι φύλακες.

Όλοι αυτοί είναι οι δυνάμεις του παλιού κόσμου - αφεντικά, παπάδες και άλλοι αλήτες που έχουν να χάσουν κάτι αν οι άνθρωποι επεκτείνουν το παιχνίδι της επανοικειοποίησης του πνεύματος τους στην διεκδίκηση της ύπαρξης τους.

Η επαναστατική θεωρία και οι αφαιρετικής βάσης ιδεολογίες είναι εχθροί, και κάθε συνειδητοποιημένο πολιτικά άτομο το γνωρίζει αυτό

Θα πρέπει να έχει γίνει ξεκάθαρο ως τώρα ότι η αυτο-απομυθοποίηση και η δημιουργία της προσωπικής μας επαναστατικής θεωρίας δεν εξαφανίζει την αποξένωση μας: ο «κόσμος» με τις καπιταλιστικές οικονομικές σχέσεις να διεισδύουν σε κάθε πτυχή της ζωής συνεχίζεται και αναπαράγεται καθημερινά με την συμμετοχή και την συνδρομή δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Αν και αυτό το κείμενο επικεντρώνεται στην δημιουργία μιας θεωρίας για τον εαυτό, αυτό δεν σημαίνει ότι υπονοούμε πως η επαναστατική θεωρία μπορεί να υπάρχει ξέχωρα από την επαναστατική πρακτική. Προκειμένου να είναι συνεπής, προκειμένου να ανοικοδομήσει αποτελεσματικά τον κόσμο, η πρακτική πρέπει να στηρίζεται στη θεωρία και η θεωρία να εφαρμόζεται στην πράξη.

Το επαναστατικό πρόγραμμα άρσης της αποξένωσης και μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων απαιτεί την ύπαρξη της θεωρίας, ως θεωρία πράξης η οποία πραγματοποιείται σ' αυτό που κάνουμε και στο πως ζούμε. Διαφορετικά η θεωρία θα εκφυλιστεί σε μια ασήμαντη ενατένιση του κόσμου και τελικά σ' ένα μηχανισμό επιβίωσης -μια διανοουμενίστικη αρματωσιά, ένας προφυλακτήρας ανάμεσα στο καθημερινό κόσμο και τον εαυτό. Και αν η επαναστατική πρακτική δεν είναι η πρακτική της επαναστατικής θεωρίας, εκφυλίζεται στην καλύτερη περίπτωση σ' ένα αλτρουϊστικό μιλιταρισμό - «επαναστατική» δραστηριότητα σαν κοινωνικό καθήκον ή ρόλος. Στην χειρότερη εκφυλίζεται σε γκαγκστερισμό.

Δεν παλεύουμε για μια συνεπή θεωρία ως αυτοσκοπό. Για μας η αξία της συνέπειας είναι το ότι διευκολύνει στην κριτική και αποτελεσματική σκέψη. Για παράδειγμα, είναι πιο εύκολη η κατανόηση των μελλοντικών εξελίξεων του κοινωνικού ελέγχου εάν υπάρχει μια συνεπής κατανόηση των σημερινών ιδεολογικών και κοινωνικών τεχνικών ελέγχου. Το να έχεις μια συνεπή θεωρία κάνει πιο εύκολη την εφαρμογή της στρατηγικής σου για την πραγμάτωση των επιθυμιών σου.


Στη διαδικασία κατασκευής μιας προσωπικής θεωρίας, οι τελευταίες θεωρίες που θα πρέπει να διαπραγματευτούμε (διστάζει κανείς να τις πει ιδεολογίες καθώς δεν βασίζονται σε αφαιρέσεις με τα επακόλουθα «πρέπει» και «καθήκοντα») είναι αυτές που έχουν την μεγαλύτερη ομοιότητα με την επαναστατική θεωρία. Πρόκειται για την καταστασιακή θεωρία (situationism) και τον συνδικαλισμό.

Η καταστασιακή διεθνής (1958-1971) ήταν μια οργάνωση θεωρητικών ακροαριστερών ευρωπαίων και κυρίως γάλλων μαρξιστών. Πολλοί πιστεύουν, όπως και ο(οι) αυθεντικός(οι) συγγραφέας(εις) αυτού του δοκιμίου, ότι οι καταστασιακοί «συνέβαλαν καταλυτικά στην δημιουργία της επαναστατικής θεωρίας». Η εκτίμηση αυτή όμως φαίνεται υπερβολικά γενναιόδωρη. Σχεδόν όλες οι σκέψεις - κλειδιά οι οποίες αποδίδονται σε καταστασιακούς συγγραφείς μπορούν να βρεθούν στις εργασίες προηγούμενων αναρχικών, σοσιαλιστών (κοινωνικών δημοκρατών) και φιλοσόφων, όπως ο Alexander Berkman, η Emma Goldman, ο Oscar Wilde, ο George Bernard Shaw, ο Wilhelm Reich και ο Frederich Nietzche (αν και τα επίμαχα σημεία ήταν σκόρπια, και ανεπτυγμένα χωρίς την ορμή την οποία βρίσκεις στα δυνατά καταστασιακά κείμενα. Ο κύριος λόγος που αυτό το γεγονός δεν αναγνωρίζεται ευρέως είναι το ότι οι περισσότεροι από τους πρώτους καταστασιακούς, όπως και αυτοί που τους ακολούθησαν είχαν μαρξιστικό παρελθόν και απλά δεν ήταν εξοικειωμένοι με το αχανές σώμα μη μαρξιστικών προοδευτικών γραπτών το οποίο είχε παραχθεί στις προηγούμενες δεκαετίες. και οι νεότεροι οπαδοί των καταστασιακών είχαν συχνά πολύ μικρή πολιτική εμπειρία και είναι ανεξοικείωτοι με πρώιμα κείμενα όσο και οι μαρξιστές πρόγονοι τους.

Ένας δευτερεύων λόγος υπερεκτίμησης της σημασίας των καταστασιακών είναι ότι αυτός εκφράζει μια γαλλική ιδεολογία η οποία χρησιμοποιεί μια αρκάνα (μύηση) μαρξιστικών κορακίστικων εκφράσεων («φτώχια του...», «κοινωνία θεάματος», «υποστασιοποίηση», «διαλεκτικός» κλπ.). επίσης σχεδόν όλα τα καταστασιακά κείμενα είναι γραμμένα σε δυσνόητο ύφος, κορακίστικο και θολό, γεγονός που καθιστά την ανάγνωση δυσπρόσιτη για τους περισσότερους. Έτσι ο σιτουασιονισμός είχε μια σνόμπ απήχηση σε αυτούς που ήδη είχαν διανοουμενίστικες προδιαθέσεις. Μόλις καταφέρεις να κατανοήσεις την «διάλεκτο» και να διαβάσεις (ή να ισχυριστείς ότι διαβάζεις) τα κείμενα-κλειδιά (κάποιος θα τα ονόμαζε εως και «ιερά») τουλάχιστον θα φανεί ότι είσαι διανοούμενος. Οπότε δεν εκπλήσσει που οι «καταστασιακοί» δήθεν (poseurs), κολλημένοι στους «καταστασιακούς» ρόλους και τις «πνευματικές» προδιαθέσεις τους συχνά ψάχνουν λιγότερο για την αλήθεια και χαρακτηρίζουν αξιοπρεπείς ανθρώπινες συμπεριφορές ως «μπουρζουάδικες - αστικές». Είναι συνεπακόλουθο ότι σε πολιτικές αντιπαραθέσεις καταφεύγουν επίτηδες σε ανωμαλίες, κατασκευές και ad hominem επιθέσεις εναντίον αυτών που έχουν το κουράγιο ν' ασκήσουν κριτική στις ιδέες τους. (κάποιοι με απίστευτο τρόπο το σλόγκαν «το προσωπικό είναι πολιτικό» σαν δικαιολογία για τρελές προσωπικές επιθέσεις). Τα καταστροφικά και εσχάτως «αυτο - γκολ» αποτελέσματα αυτών των διεστραμμένων τακτικών είναι τόσο φανερά ώστε δεν χρειάζονται περαιτέρω σχολιασμό.

Όμως η πιο ουσιαστική ίσως αδυναμία του σιτουασιονισμού είναι το ότι δεν προσφέρει μια σαφή μέθοδο για το «πως να πας από εδώ, εκεί», δηλαδή από την «κοινωνία του θεάματος» στην ελεύθερη κοινωνία.

Έχοντας αυτό υπ' όψην, θα πρέπει να πούμε ότι η μεγάλη αρετή των καταστασιακών συγγραφέων ήταν το ότι παρουσίαζαν τα αισθήματα (insights) με ένα περισσότερο ή λιγότερο σαφή τρόπο και τα ερμήνευσαν σε βάθος (το «λίγο ή πολύ» χρησιμοποιείται λόγω της χαμηλής (στυλιστικά) ποιότητας σχεδόν όλων των καταστασιακών κειμένων). Στην καλύτερη της η καταστασιακή θεωρία προσέφερε μια κριτική της «θεαματικής» κοινωνίας, της κοινωνίας δηλαδή όπου οι άνθρωποι υποβιβάζονται σε παθητικούς παρατηρητές και καταναλωτές αντί για ενεργούς συμμέτοχους. Έκανε μια εκτεταμένη κριτική στο πως η ιδεολογία και η εμπορευματοποίηση μετατρέπουν τους ανθρώπους σε αποξενωμένους παρατηρητές της ίδιας τους της ζωής. Λοιπόν, η καταστασιακή θεωρία είναι ένα κομμάτι κριτικής σκέψης το οποίο μπορεί να ενσωματωθεί στην προσωπική θεωρία του καθενός, αλλά τίποτα παραπάνω. Οτιδήποτε πιο πέρα - η άκριτη αποδοχή των καταστασιακών θεωριών και η ταυτοποίηση κάποιου με αυτές τις θεωρίες- αποτελεί την ιδεολογική κατάχρηση γνωστή ως σιτουασιονισμό. Ο σιτουασιονισμός μπορεί να γίνει η πιο πλήρης ίσως ιδεολογία επιβίωσης. Και μέσα στην ιδεολογία περιλαμβάνεται και ο θεαματικός ρόλος του να είσαι καταστασιακός, δηλαδή ένας radical jade(ριζοσπάστης παλιάνθρωπος) και ardent esoteric (φλογερός εσώτερα)

Το άλλο σώμα ιδεών που έχει μεγάλη ομοιότητα με την επαναστατική προσωπική θεωρία είναι ο, με την γενική χρήση του όρου, συνδικαλισμός. Οι παραλλαγές περιλαμβάνουν τον αναρχοσυνδικαλισμό, τον επαναστατικό συνδικαλισμό και τον κοινοτικό κομμουνισμό, με τον αναρχοσυνδικαλισμό να είναι ο πιο σημαντικός απ' τους τρεις.

Αληθινή αυτοδιαχείριση είναι η άμεση διαχείριση (χωρίς κάποια ξεχωριστή ηγεσία) της κοινωνικής παραγωγής, διανομής και επικοινωνίας από τους εργαζομένους και τις κοινότητες τους. Το κίνημα για αυτοδιαχείριση έχει επανέλθει ξανά και ξανά κατά διάρκεια της κοινωνικής επανάστασης: Ρωσία το 1905 και 1916-17, Ισπανία 1936-39, Ουγγαρία το 1956, Αλγερία το 1960, Χιλή το 1972 και Πορτογαλία το 1975. Η μορφή οργάνωσης που συχνότερα δημιουργείται στην πρακτική της αυτοδιαχείρισης είναι τα εργατικά συμβούλια: κυρίαρχες συνελεύσεις παραγωγών και γειτόνων που εκλέγουν αντιπροσώπους για να συντονίσουν τις δραστηριότητες τους. Οι αντιπρόσωποι μπορεί να ανακαλούνται οποτεδήποτε, εαν η γενική συνέλευση αισθανθεί ότι οι αποφάσεις δεν εκτελούνται αυστηρά. Παρτιζάνοι όλων των μορφών συνδικαλισμού που αναφέρθηκαν παραπάνω συνηγορούν σε τέτοιες πρακτικές.

Οι μεγάλες αρετές του συνδικαλισμού είναι πρώτον, το ότι προσπαθεί να καταστρέψει κάθε καταναγκαστική εξουσία, καθώς και την εμπορευματική (κοινώς καπιταλιστική) οικονομία. Δεύτερον, ότι πραγματικά παρέχει ένα πρακτικό μέσο για «να πας από εδώ εκεί». Και, τρίτον, αναγνωρίζει ότι η θεμελιώδης λειτουργία της κοινωνικής οργάνωσης είναι να παράγει την οικονομική βάση -παραγωγή και διανομή αγαθών και υπηρεσιών - και σε αυτή επάνω στηρίζονται όλα τ' άλλα. Ο συνδικαλισμός γνωρίζει ότι αυτή είναι μια περιοχή όπου χρειάζεται εκτεταμένη οργάνωση (της προαναφερθείσας ελευθεριακής μορφής) και ότι είναι καλύτερο να αφήνεις τις άλλες πλευρές της ζωής όσο το δυνατό πιο μακριά από οργανωτικές επιρροές. Σχεδόν όλοι οι κριτικοί του συνδικαλισμού, μαζί και οι αρχικοί συγγραφείς αυτής της μπροσούρας, χάνουν αυτό το σημαντικό σημείο. (Είναι αληθινό βέβαια ότι μια ενδελεχής κριτική όλων των τύπων κυριαρχίας και μυθοποίησης είναι απαραίτητη για τον κοινωνικό μετασχηματισμό, δεν έχει όμως κανείς παρά να ρίξει μια ματιά στις καλύτερες συνδικαλιστικές εκδόσεις για να αντιληφθεί ότι τουλάχιστον μερικοί συνδικαλιστές κάνουν αυτή την κριτική). Με δεδομένα την καταστροφή κάθε καταναγκαστικής εξουσίας (ένας απ' τους κεντρικούς στόχους του συνδικαλισμού) και μια επαρκή προετοιμασία (δηλ. απομυθοποίηση), θα ήταν παράλογο να μην περιμένουμε μια έκρηξη δημιουργικότητας σε όλους τους τομείς της ζωής -τέχνη, μουσική, λογοτεχνία, αρχιτεκτονική, οικογενειακές σχέσεις, σεξουαλικές σχέσεις, δομή της κοινότητας κλπ, κλπ.

Υπάρχουν παρ' όλα αυτά δύο μεγάλοι κίνδυνοι στον συνδικαλισμό. Ο πρώτος είναι ότι πολλοί συνδικαλιστές αναπτύσσουν περιορισμένη όραση: παθιάζονται τόσο πολύ με τους εργασιακούς αγώνες και τα αυτοοργανωμένα οικονομικά συστήματα που όχι μόνο αποτυγχάνουν να αναλύσουν μορφές κυριαρχίας και μυθοποίησης που δεν σχετίζονται με τον χώρο εργασίας, αλλά επιπλέον δρουν σαν αυτά τα προβλήματα να μην υπάρχουν. Έτσι, εάν αυτή η συνδικαλιστική τάση πετύχαινε τους σκοπούς της, θα μπορούσε κάλλιστα να παράγει μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία στην οποία μη οικονομικές μορφές κυριαρχίας και μυθοποίησης να ασκούν ακόμα τις οδυνηρές συνέπειες τους, π.χ. είναι εύκολο να οραματιστείς ένα οικονομικό σύστημα υπό εργατικό έλεγχο να συνυπάρχει με την θρησκευτική μυθοποίηση, την ομοφυλοφοβία και τον σεξισμό. Αυτό θα ήταν αντίθετο στις αναρχικές αρχές, όμως πολλοί συνδικαλιστές είναι συνδικαλιστές πρώτα και μετά αναρχικοί (ή «αντιεξουσιαστές»), κάτι που μοιάζει πολύ με τον σκύλο που κυνηγάει την ουρά του.

Ο δεύτερος κίνδυνος έχει σχέση με τον πρώτο: οι συνδικαλιστές μερικές φορές ξεχνούν ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι απλά ένα μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού. Μερικές φορές λοιπόν αναπτύσσουν ένα οργανωτικό φετιχισμό. αυτό μπορεί να ονομαστεί «οργανωσίτιδα» - μια διανοητική αυταπάτη στην οποία μέσα και σκοπός αντιστρέφονται, στην οποία η συνδικαλιστική οργάνωση γίνεται αντιληπτή σαν ένας σκοπός από μόνη της, σαν σημαντικότερη απ' τον ίδιο της τον στόχο (την ελεύθερη κοινωνία). Δυστυχώς σε ορισμένες περιπτώσεις ο στόχος ξεχνιέται τελείως. Και, ακόμα χειρότερα, η «οργανωσίτιδα» μερικές φορές, όχι όμως αναπόφευκτα, οδηγεί σε μια χειρότερη ασθένεια, την «γραφειοκρατικοποίηση».

Αυτά τα λόγια όμως δεν αποτελούν αφορισμούς της συνδικαλιστικής θεωρίας. απλά δείχνουν ότι ακόμα και η καλύτερη θεωρία από μόνη της δεν προσφέρει καμία εγγύηση ότι οι ακόλουθοι της θα ενεργούν πάντοτε με βάση τις αρχές της ή ότι θα αποκτήσουν insights πέραν αυτών που περιέχονται στην θεωρία. Αυτό δεν μας εκπλήσσει και πολύ. Όλοι ζούμε στον κόσμο του εμπορευματικού καπιταλισμού και θα ήταν τρομακτικό ο χαρακτήρας μας να μην έχει βαρύνει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό με τα χαρακτηριστικά που μια τέτοια ζωή γεννά. και θα ήταν επίσης τρελό αυτά τα χαρακτηριστικά να μην δημιουργούν προβλήματα στις συνδικαλιστικές οργανώσεις - σε κάθε μορφής οργάνωση μάλιστα, ακόμα και την πιο άτυπη.

Πάλι όμως η κατάσταση δεν είναι καθόλου απελπιστική. Ένας υψηλός βαθμός προσωπικής συνειδητοποίησης των συμμετεχόντων μπορεί να μειώσει τους κινδύνους της «οργανωσίτιδας» και της «γραφειοκρατικοποίησης». Υπάρχουν επίσης πολλοί μηχανισμοί αποτελεσματικοί στην μείωση αυτών των κινδύνων, όπως η αποκέντρωση, η υποχρεωτική εναλλαγή στα αξιώματα, περιορισμοί επανεκλογής, αυστηρή delimitation των ευθυνών, η άμεση ανάκληση. Με τέτοιους φύλακες η συμμετοχή σε συλλογικά σχέδια προσωπικής απελευθέρωσης είναι όχι μόνο εφικτή, αλλά και επιθυμητή.